SEIKA

Back Βρίσκεστε εδώ: Home Παρατάξεις ΑΔΕΣΜΕΥΤΗ ΕΝΩΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΙΚΑ-ΕΤΑΜ

Η αποδόμηση μιας ψευδεπίγραφης μεταρρύθμισης

Η συγκυβέρνηση σε μια εσπευσμένη προσπάθεια να επιδείξει μεταρρυθμιστικό έργο τόσο στο εσωτερικό όσο κυρίως στο εξωτερικό προέβη ως γνωστόν τον περασμένο Μάρτιο στη ψήφιση του Ν.4250/2014 τροποποιώντας τις διατάξεις του ΠΔ 318/1992 όσον αφορά τη διαδικασία της συγκριτικής αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων.

Έκτοτε σχεδόν ένα εξάμηνο μετά, προσπαθεί να κρύψει τις δυσλειτουργίες του γραφειοκρατικού κρατικού μηχανισμού που έχουν δημιουργηθεί από πολιτικές επιλογές του παρόντος και του παρελθόντος, πίσω από τους κατ’ επίφαση μη αποδοτικούς δημοσίους υπαλλήλους. Συνεργούς στην απεγνωσμένη προσπάθειά της έχει βέβαια τη βδελυγματική προπαγάνδα των κατά συρροή δανειοληπτών και χωρίς άδεια ΜΜΕ, αλλά πλέον και τη θεσμοθέτηση υποχρεωτικής συμμετοχής και συνενοχής των συναδέλφων μας που υπηρετούν σε θέσεις ευθύνης, προϊσταμένων και Διευθυντών (εισηγητών – αξιολογητών).

Αιτιολογημένα θέτονται ερωτήματα σημαντικά κατά την εφαρμογή του Ν. 4250/14:

1) Ορίζει μια διαδικασία αξιολόγησης με εντελώς ασαφή και διαβλητά κριτήρια, ενώ παράλληλα  καταργεί το δικαίωμα ένστασης μεροληψίας ή πλάνης περί τα πραγματικά δεδομένα, για βαθμολογίες από 7 και άνω.

2)  Κινείται σε εντελώς λανθασμένη κατεύθυνση με την τυφλή αντιγραφή ενός συστήματος, η οποία επιβάλει το σύστημα της συγκριτικής αξιολόγησης, σε μια άλλη πραγματικότητα από αυτήν που μέχρι τώρα αυτή εφαρμοζόταν, δηλαδή στις αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες όπως π.χ. η Microsoft το θεωρούν πλέον αντιπαραγωγικό.

3) Τα δύο συστήματα αξιολόγησης ,δηλαδή του Ν. 3230/2004 και του Ν. 4250/14, εμφανίζονται ως ασύμβατα και αντιφατικά, κάτι που ολοκάθαρα αναφέρεται και στην ίδια την αναφορά της πλέον αρμόδιας υπηρεσίας του ΕΚΔΔΑ.

4) Στο πλαίσιο των αρχών της ίσης μεταχείρισης, της αναλογικότητας και της χρηστής διοίκησης, η καθιέρωση ποσοστώσεων, κατά την αξιολόγηση των υπαλλήλων του Δημοσίου, θα μπορούσε, αντί να συντελέσει στην εξάλειψη παθογενειών, να οδηγήσει ακόμη και στην απορρύθμιση της λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης  και τη δημιουργία αντιπαλότητας μεταξύ συναδέλφων. Δεν εφαρμόζει καμία στοχοθεσία προφανώς λόγω της  αδυναμίας των μηχανισμών της ίδιας της Δημόσιας Διοίκησης, να καθορίσει αντίστοιχους μετρήσιμους δείκτες , όπως άλλωστε προβλέπεται από το Ν. 3230/2004 «περί καθιέρωσης συστήματος διοίκησης με στόχους , μέτρηση της αποδοτικότητας και άλλες διατάξεις». Αποτέλεσμα αυτού είναι υπάλληλοι με την ίδια απόδοση σε διαφορετικά υποκαταστήματα ή σε διαφορετικές υπηρεσίες του ίδιου φορέα , να αξιολογούνται διαφορετικά ή ακόμη και υπάλληλοι του ίδιου φορέα, του ίδιου υποκαταστήματος , του ίδιου τμήματος και με ίδιες αποδόσεις να αξιολογούνται διαφορετικά, λόγω της υποχρεωτικής ποσόστωσης, η οποία μάλιστα δεν καθορίζεται έστω σε επίπεδο υποκαταστήματος από τον αξιολογητή, αλλά κεντρικά από την Διοίκηση, με απόφαση που δεσμεύει τον αξιολογητή.

5) Με τη συγκριτική αξιολόγηση κάνουμε βήματα προς τα πίσω, καθιερώνοντας τον μοναδικό αξιολογητή, όταν όλα τα θεωρητικά υποδείγματα και τα συγγράμματα τονίζουν την αναγκαιότητα των δύο αξιολογητών. Με τα παραπάνω δεδομένα, προφανώς το νέο σύστημα εύκολα χαρακτηρίζεται ως σύστημα μεροληπτικής αποτίμησης των «ευνοούμενων» και μη υπαλλήλων.

6) Δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη σχετικά με το πώς είναι δυνατό να εισηγούνται προϊστάμενοι τμημάτων και Διευθυντές που βρίσκονται στη θέση με ανάθεση , πολύ δε περισσότερο όταν η ανάθεση αυτή δε δικαιολογείται λόγω χαμηλότερων προσόντων από υπαλλήλους τους ίδιου τμήματος.  Από τη μια δηλαδή έκαναν την ανάθεση με τα «γνωστά» κριτήρια και από την άλλη θα κάνει και αυτός που  «προσπέρασε» ως «αρεστός» και την «κατάλληλη» εισήγηση….  Και τι μπορεί να σημαίνει όλο αυτό στο μέλλον , όταν θα αποκτήσουν πλέον το απόλυτο πλεονέκτημα έναντι αυτών που θα έπρεπε να είναι στη θέση τους ;

7) Θέτει ερωτήματα σχετικά με το πώς μπορεί να εφαρμοστούν οι διατάξεις του για κάθε φορέα με τις ιδιαιτερότητες που μπορεί ο καθένας εξ αυτών να έχει. Στο δικό μας φορέα δημιουργείται η «ανάγκη» ο Διοικητής του Ιδρύματος να είναι υποχρεωμένος να αξιολογήσει περί τα 1500 άτομα (!!!) , με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται.

8) Ακόμα και σε αυστηρό τεχνικό επίπεδο, ο νόμος δεν διακρίνεται για την αρτιότητά του, αφήνοντας πολλά κενά, δημιουργώντας μάλιστα αντίθεση, με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη (στο  άρθρο 103 παρ. 7 εδ. β΄ του  Συντάγματος) αρχή της αξιοκρατίας, εφόσον η βαθµολογία που  προβλέπεται, να λαμβάνει κάθε δημόσιος υπάλληλος (από τις διατάξεις του άρθρου 20 του Ν. 4250/2014), δεν συναρτάται προς την ατοµική του αξία, τα  προσόντα του, τις ικανότητές του και τις επιδόσεις του, στην άσκηση των  υπηρεσιακών του καθηκόντων, αλλά από το προκαθορισμένο ποσοστό ανά κλίµακα βαθμολόγησης.

9) Επειδή και οι υποψήφιοι εισηγητές και αξιολογητές είναι συνάδελφοι μας καλό θα ήταν στην περίπτωση που, ενάντια στους αγώνες που κάνουμε όλοι μαζί, αποφασίσουν να ενδώσουν στις κατάπτυστες τακτικές της συγκυβέρνησης , καλό θα είναι να μελετήσουν προσεκτικά την παρακάτω διάταξη : 

Η σύνταξη έκθεσης αξιολόγησης με κρίσεις ή χαρακτηρισμούς που δεν εξειδικεύονται με αναφορά συγκεκριμένων στοιχείων αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα (άρθρο 107 παρ.1 όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο δεύτερο του Ν.4057/12 του Ν.3528/9-2-2007 περί υπαλληλικού κώδικα).  Χωρίς στοχοθεσία και μετρήσιμους δείκτες να δούμε που θα βρεθούν τα «συγκεκριμένα στοιχεία».                                   

Το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων είναι υπέρ της αξιολόγησης. Μιας αξιολόγησης με αντικειμενικά κριτήρια, με σαφώς προσδιορισμένους, χρονικούς, μετρήσιμους στόχους. Η ψευδεπίγραφη μεταρρύθμιση εκτός της δυσφορίας που θα προκαλέσει στους εργαζομένους λόγω των φαινομένων αυθαιρεσίας και αναξιοκρατίας που αναμένεται να παρουσιασθούν, θα οδηγήσει στην υπονόμευση της ομαδικής εργασίας προωθώντας τον στείρο ανταγωνισμό και τον ατομικισμό.

Εκτός κι αν τα μέλη της συγκυβέρνησης με τις εμμονικές κι αλαζονικές απόψεις τους, επιθυμούν να επωμισθούν την ευθύνη της ουσιαστικής διάλυσης του δημοσίου τομέα. Τουλάχιστον εμάς, ως δημοσίους υπαλλήλους και λειτουργούς δε θα μας έχουν συνενόχους και δε θα μας καταστήσουν με πειθαρχικές απειλές συνυπεύθυνους.

Ας αποδεχθούν ως εχέφρονες και υπεύθυνοι  πολιτικοί  τα λάθη τους κι ας προβούν στη συνεννόηση και συναίνεση με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς στη θέσπιση ουσιαστικού πλαισίου αξιολόγησης.

Συμμετείχαμε ως παράταξη στη διαβούλευση κι είμαστε έτοιμοι να παραθέσουμε εκ νέου προτάσεις εφόσον κληθούμε.

Η ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ

 

Κεντρικό Μενού